Google     Αγγλικά  |  Ελληνικά  |  Τουρκικά  |   Kεντρική σελίδα  |  Eπικοινωνία

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΟΡΩΝ

 

Κίσσηρη:  Λευκό ή γκρίζο, εξαιρετικά πορώδες υλικό που εκτοξεύθηκε στην ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια έκρηξης ηφαιστείου, γνωστό ως ελαφρόπετρα. Λόγω της μεγάλης αφθονίας των πόρων, κομμάτια κίσσηρης επιπλέουν στο νερό και μεταφέρονται σε μεγάλες αποστάσεις. Χρησιμοποιείται ως ελαφρό δομικό υλικό και ως αποξεστικό.


 Μεταμόρφωση: Η ορυκτολογική, χημική και δομική προσαρμογή συμπαγούς πετρώματος σε φυσικές και χημικές συνθήκες, που επιβάλλονται σε βάθος κάτω από τις επιφανειακές ζώνες διάβρωσης και συγκόλλησης και οι οποίες διαφέρουν από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σχηματίσθηκαν τα πετρώματα.


 Πυριγενής δραστηριότητα: Διαδικασία που σχετίζεται με το σχηματισμό πετρωμάτων από τη στερεοποίηση λυομένου ή μερικώς λυομένου υλικού, δηλαδή μάγματος.


 Φαιόχωμα (ούμπρα): Χημικό ίζημα, πλούσιο σε οξείδια του μαγγανίου και του σιδήρου. Η γένεση του οφείλεται στην κυκλοφορία θερμών μεταλλοφόρων διαλυμάτων κατά τα τελευταία στάδια της υποθαλάσσιας ηφαιστειακής δράσης και του σχηματισμού των λαβών. Βρίσκεται στη φύση σε διάφορες αποχρώσεις του χρώματος καφέ και αποτελεί εξαιρετική φυσική χρωστική ουσία. Στην Κύπρο, κοιτάσματα φαιοχώματος απαντώνται στους πρόποδες του Τροόδους και συγκεκριμένα στην επαφή των λαβών με τα ιζηματογενή πετρώματα.


 Χαλκοφόρα θειούχα: Ορυκτές ενώσεις που χαρακτηρίζονται από τη σύνδεση του θείου με το χαλκό, όπως για παράδειγμα ο χαλκοπυρίτης, ο χαλκοσίτης, ο κοβελλίνης και ο βορνίτης.


 

Free Adobe Acrobat Download

  Home About UNOPS | Contact Us

© Copyright 2004 - Research and Development Center
 Intercollege Unit of Environmental Studies - All rights reserved