![]() | |||
|
| |||
|
|
ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΟΡΩΝ Διάκλαση:
Η επιφάνεια μιας διάρρηξης ή
διαχωρισμού σε ένα πέτρωμα, χωρίς
μετατόπιση. Καρστικός
ασβεστόλιθος:
Ασβεστολιθικό πέτρωμα που έχει
διαλυθεί μερικώς από το νερό, για
να σχηματισθούν σε αυτό οπές
βύθισης, σπήλαια και άλλα παρόμοια
έγκοιλα. Κρητιδικό:
Η γεωλογική περίοδος διάρκειας 70
εκατομμυρίων ετών, από 135 έως 65 έτη
πριν. Είναι η τελευταία περίοδος
του Μεσοζωικού αιώνα. Περατό:
Λέγεται για πέτρωμα που επιτρέπει
στο νερό και σε άλλα υγρά ή αέρια να
το διαπερνούν. Πλειόκαινο:
Η γεωλογική εποχή που άρχισε πριν
5,1 εκατομμύρια χρόνια και τελείωσε
πριν 2 εκατομμύρια χρόνια. Πλειστόκαινο:
Η γεωλογική εποχή που άρχισε πριν 2
εκατομμύρια χρόνια και τελείωσε
πριν 10000 χρόνια. Ρήγμα:
Ονομάζεται κάθε διάρρηξη των
πετρωμάτων, η οποία συνοδεύεται
από μια σχετική κίνηση των δύο
τεμαχίων που βρίσκονται από τη μια
και την άλλη πλευρά της διάρρηξης. Υδροφόρος: Ο γεωλογικός σχηματισμός ή ο ορίζοντας που, εξ αιτίας του πορώδους και της διαπερατότητας του, επιτρέπει τη δίοδο του υπόγειου νερού και τη μεταφορά του.
|
||
| |||